Letter 1109
Isidore of Pelusium→Unknown|isidore pelusium
From: Isidore of Pelusium, monk
To: An unnamed person
Date: ~410 AD
Context: Isidore writes on matters of general.
The spiritual life is a journey with a beginning, a middle, and an end. The beginning is difficult, the middle uncertain, and the end glorious. Persevere. What matters in the end is not what we knew but what we did with what we knew.
Εἰς τὸ, ε« Πάντα, ὅσα ἂν εἶπεν ὁ Κύριος, ποιήσο- μεν, καὶ ἀκουσόμεθα ()). ν Καὶ εἰς τὸ, Ὃ ψυ- αὶ χικὸς ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ πνεύματος. ν Καὶ εἰς τὸ, «Οὐ δύναται δένδρον πογηρὸν καρποὺς χαιλοὺς ποιεῖν. » Σὺ μὲν ἴσως ἀλλόχοτον νομίξεις τὴν φωνὴν, ἅτε παρὰ Ἰουδαίων, τῶν μηδὲν ὀρθὸν μήτε λεγόντων μῆτε πραττόντων, ῥηθεῖσαν’ ἐγὼ δὲ, ἐπειδὴ ὁ νομο- θέτης αὐτοὺς εἰς τοῦτο οὐ χατεμέμψατο, ἡγοῦμαι, ὅτι () ἃ χρὴ μανθάνοντας πράττειν, ταῦτα διὰ τοῦ ΕΧΧΧΙ, -- ΝΕΜΕΒΙΟ ΜΑΟΙΘΤΒΙΑΝΟ. 1π πὰ : « Οπηιπῖα φιαοιησιο αἰχὶς δοπιῖημ, [αοἰξ- πηι, εἰ αμαϊοηιμα ".ν Νέος ποπ ἱπ ἱ μά4 Ραμίὶ ἀϊείμηι: ε Απὶπια ἐξ ἤοπιο ποη μογοὶρὶ! ἐα φμα δμεπὶ δρίτί ( "δ. ν]Ποπε ἐπ ἰἰμ64. Ομ γὶδιὶ : ε ΝΟ υοῖθεί ατ- δον πιαία [γεΐτις δοπος [αοέτεὲ ὅν, ν Τὰ αυΐάδπι [οΓἰΔ8515 δυϑυγάδημ Οχ δι πΠΔ8 γοῦθηι, ἰΔηφυδηὶ ἃ υ(ἰςῖ5, πἰἢ ] τγαοῖὶ ᾿δδηΐαυθ τοὶ ἀϊοοηιὶθυ8 γα] [οἰ οηι δυ8, Ρτοίδίδπ). Αἱ ορο, 4υἷᾶ Ἰορ᾽βἴδιοῦ 'ρ808 ἰῇ πο0η Γαργοθπαϊΐὶ, ἈυθίΓΟΥ : φυοηΐδη) 4φυῷ ἀϊδεοπμο (δοογα οροῦιοί, (Δεἰθ! δὲ (βῃ. χι;, . " .ΑοΙ. ιχ, . ΕΣ θόιι. ν, . δλΊ Ουγ. τ’, . Μαιι) ). γι, . ΥΔΕΙΖῈ ΓΨΕΟΤΙΟΝΕΒ ΕΤ ΝΟΤΕ. () Ῥγο χήρυγμα ἰΐθιη 60ι . Ἰορὶ! χάρισμα εἱ ἢ νογῷ. ἱπ. ὅ ροϑδὶ μηδεμίαν αὐάϊι μηδενί. ΡοΞδιν. νΟΓδ. ροϑὶ ὅ ἀντίῤῥοπον πηυίδι 'ῃ ἀντίπαλον. ῬΟΒΘΙΝ. () δ4ς. (υ)αοίυβ δὲ ς. ὅ2, Ψεπογαδίϊ!, ἂχ . [εδἰἰῦ. αἰσπιϊφυϊ! ἰηί6Γ Ἰηἰ Γγαουα οἱ πΐγᾶ, δ60 πιλὶγᾶ- μηϊα, υἱ Π ὰ δίπιι Ποΐ ὁρογα, φυὰ νοὶ ρδγ γὙ6 ΡΘΥῚ ΟΠΉΪΠ68 οοηϊγα Ὠλίαγαηι [δοϊϊ : ἰδῖα Ὑ6ΓῸ δἰἰδηι ἃ ἀξηηθηθ δυἱϊ Βοιμΐς ργαϑιϊφίαιογο ραιγαγὶ ρυϑδίηι. ἈΙττ. (δὲ) Ιἀἐπὶ βογὶ ἱι νομιζέτωσαν ρτὸ νομῖιςέτθ. οἱ () Καὶ ἀκουσόμεθα. Ναηυθ ᾿π Π᾿ο γα (Οη ος ἰιαϑδίυγ, ποαυ6 ἰη [,Δι πΠ0 ἰηίογργαίθ. θυ Ρ]υγα ἴῃ το. ΒΙ . Ἰδοιοπα ποίδυΐ, Εὲ οδὶ ᾿Ἰυδιγα ὀχθηρίυπι οἰἰὯπ ΡΓΌνΘΓ). ]0Ιη. . ΧΧΥΙ, ν. , ( φυο νἱά6 ἱηίγῃ δρίϑι. ). Ἀιττ. () [πίογ ὅτι οἱ ἃ χρὴ σοι. Ὑ4ι. ἰηδοτὶὶ τάχα ἐπειδῆ. Υ6Γ5. ροϑί ΄υϊηίο, προηγούμενοι ΓΘΟΙΘ ἢ- ιὰϊ ᾿Ιθε1ἢ ἢ προῃρημένοι. ΒΟΒ5ΙΝ. . ΙΒΘΙΌΟΒΙ ΡΕΓΌΘΒΙΟΤΕ εἰθοίανιϑ ; ἰάεῖγοο ὑδηα ἀϊείαπι : « ΟἸμηΐδ - Α πράττειν μανθάνομεν, διὰ. τοῦτο εὖ εἰρῆσθαι" « Πάντα. ἐμαυα αἰχίε Ποῦ, δείθπιιδ, οἱ δυϑόπια . » Νδα ᾳιίίδην, ᾳυὶ οἰἴδαι φυδπιρίδῃι γϑι ἀΐβοφηι, ρτο- ". ογάϊιἐθ γαιΐοπθ ργίυβ διι ΐαηιϊ, ἀεϊδά ὁ (δοίμη!ι; ν6γὸ οὐ γὶνα ριτθοορὶᾶ ἰω ορυδ δειυπαυθ ρῥτοῦυ-- οδγὸ δίυάεμι, δὺ ρε6 δοίΐοῃϑ ὠΐβουῃ!, θὲ ἰΔ1η ΟΓ8 - ιἰον6, 4φυ δι δειίοιθ εἰ Οραγα δοφηϊἰομθι ραγίοηιϊο. μ6 οεδ γ Γὰ Υἱγίωι δ εὐ05 ΡῈ ἱρδᾶπι δχογοϊδιϊοηθιῃ ἐδιυἢυν δά νἱριυίοπι, οἱ ᾳφυοράδηνπιοῦο ἀΐδεἰϊ, Θ5πὶ οἱ , εἰ ἀφοθῃ ἰδ δι ΒΟ . ΠΙ416, οἱ ηιδχίπια οοηδδγνδηίθιῃ πδίυγα, οἱ αἱ Γ βαπείιδιη. Αιαπα δος φυΐϊάθηι ἀδ γὰ ᾿ιδοίθηιϑ ἀϊχῖθ86 βυῃήβοϊδὶ. ἩΠω δυίοα : « Νου ροιοϑί ἀΓΌΟΥ Π [γυςίι5 ὈΟηΟΒ8 [- ἐδγὰ, » ἤθη [0Π ρορηἰϊοπίϊαπι ; ] γοάλγαι!! οὁ0π - "υογδιϊοιιθ ἰπ οοηβυοιυάΐο νυἱἰοτυιη. Νδηὶ ἀυπὶ ὅσα εἴπε Κύριος, ποιήσομεν, χαὶ ἀχουσόμεθα. » Οἱ μὲν γὰρ ἄλλο τι μανθάνοντες εἰχότως ἀχούουσι, καὶ τότε ποιοῦσεν᾽ οἱ δὲ τὰς θείας ἐντολὰς εἰς ἔργον φέ- ’ ρειν προηγούμενοι, ἀπὸ τ-ἧς πράξεως μανθάνουσιν, οὐ τοῦ λόγου τοδοῦτον, ὅσον τῆς πράξεως τὴν γνῶσιν. «ἰκτούσης (). Τῷ ὄντι γὰρ ὁ τῆς ἀρετῆς ἰἀσχητὴς δι’ αὐτῆς τῆς ἀσχήσεως καιδεύεται τὴν ἀρετὴν, χαὶ : τρόπον τινὰ μανθάνει, ὅτι χρησιμωτάτη χαὶ πρέπω-. δεστάτη χαὶ φυλαχτιχωτάτη ἐστὶ, χαὶ συμφερόντως νενομοθέτηται, Καὶ περὶ μὲν () τούτον ἅλις. Τὸ. δὲ, « Οὐ δύναται δένδρον πονηρὸν χαρποὺς χαλοὺς ποιεῖν, » οὐ τὴν μετάνοιαν ἀναιρεῖ, ἀλλὰ τὴν ἐν τῇ διατριθῇ τῆς καχίας διαμονὴν () χωμῳδεζ. Πονηρὴὸν γὰρ ὃν, οὐ δύναται χαρποὺς φέρειν ἀγαθούς" μετα- ")Ὰ 6δί, "οἢ ροίδϑδι [γυοιυ8 [ὉγγῸ ὈΟΠΟ8 : υνἱ Υ6ΓῸ μ ὁληθὲν δὲ εἰς ἀρετὴν, οἴσει. Εἰ μὲν γὰρ περὶ δένδρων δα (ἸΘΡ δίᾳυ6 ἐθηγνογϑὰα δὲ τυἱγίυίοηι,, ἰυη6 [ὑγο!. ᾽ 'οβίηι ἐδ διβοῦὶθυ8 ("ϑίυΓγα ) ΒΕ ΓΙῸ ἔπι ϑαϊνδιοῦὶ, ἴθ νἱποδὶ γϑιϊ0. ϑδίη διίθιη ἀθ Ποιηΐ-᾿ ἶθυϑ Ἰυᾳυΐίυγ, . χθίῃρίο δἰγὸ δίμη εἰ οὐδ (η8π ΄φιῃοά ἀγυογίυυβ 6δι δίιγα,, ἰ( πορὶδ 6ϑὶ ῬΠνοτα νοϊμμἰδι5 ] ) ΘΥθγίϑίιγ, οἱ δοῦθύαδι νὸ- γτἱιϑιὶ, τἰθῶ δυδρίεἶο. Νδη) ηυἰ ΑΓΌΟΓ [] νἱ- ἐείυγ Ρειϊγυς ῖ Βοιᾶ. Δι φιοιούο ((Πγίδίιπι) - πρφαν! ἢ Μαϊδηο Αι αὺυ0 ρϑεῖο οΟἸηηΐδ ἰοῦγα οἱ ηυ]- " ΠΟΙ ᾿4Γ6 ᾿ββίυβ σογίδηδ οἱ ἰγορθὰ οδυΐ θυ οἰ δ ἀγῦου εἰμὶ νἱάδιυγ δυάδε ᾿ Μαία Αι μο
◆
From: Isidore of Pelusium, monk
To: An unnamed person
Date: ~410 AD
Context: Isidore writes on matters of general.
The spiritual life is a journey with a beginning, a middle, and an end. The beginning is difficult, the middle uncertain, and the end glorious. Persevere. What matters in the end is not what we knew but what we did with what we knew.
Modern English rendering for readability. See the 19th-century translation or original Latin/Greek for scholarly use.